to usher in
u
ˈʌ
a
sher
ʃə
shē
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "usher in"στα αγγλικά

to usher in
01

ανακοινώνω, σηματοδοτώ την αρχή του

to indicate that something is about to happen 
to usher in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
usher
ενεστώτας
usher in
γ΄ ενικό πρόσωπο
ushers in
ενεστώτα μετοχή
ushering in
απλός αόριστος
ushered in
παθητική μετοχή
ushered in
Παραδείγματα
The changing colors of the leaves ushered in the beauty of the fall season. 

Οι μεταβαλλόμενες αποχρώσεις των φύλλων ανακοίνωσαν την ομορφιά της φθινοπωρινής εποχής.

01

θλιμμένα, χωρίς χαρά

in a joyless manner; without joy 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store