upmarket
up
ˈʌp
ap
mar
ˌmɑ:
maa
ket
kɪt
kit

Ορισμός και σημασία του "upmarket"στα αγγλικά

01

πολυτελής, εξαιρετικά ποιοτικός

used by or intended for wealthy people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most upmarket
συγκριτικός βαθμός
more upmarket
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The upmarket boutique featured designer clothing and accessories that attracted affluent customers. 

Το πολυτελές μπουτίκ παρουσίαζα ρούχα και αξεσουάρ σχεδιαστών που προσελκύουν πλούσιους πελάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store