upland
up
ˈʌp
ap
land
lænd
lānd
uhland

Ορισμός και σημασία του "upland"στα αγγλικά

01

υψίπεδο, υψηλή γη

elevated (e.g., mountainous) land 
upland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
uplands
01

ορεινός, υψηλής χώρας

used of high or hilly country 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, terrain

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

upland
land
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store