upbringing
up
ˈʌp
ap
brin
brɪn
brin
ging
gɪng
ging

Ορισμός και σημασία του "upbringing"στα αγγλικά

01

ανατροφή, εκπαίδευση

the manner in which a child is raised, including the care, guidance, and teaching provided by parents or guardians 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
upbringings
Παραδείγματα
A loving and supportive upbringing can have a lasting impact on a child's confidence. 

Μια αγαπητική και υποστηρικτική ανατροφή μπορεί να έχει μια διαρκή επίδραση στην αυτοπεποίθηση ενός παιδιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

upbringing
bringing
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store