Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blank cheque
01
άδεια επιχείρησης, πλήρης ελευθερία
complete freedom to do as one sees fit
Dialect
British
Idiom
02
άδεια επιταγή, επιταγή με κενό ποσό
a check that has been signed but with the amount payable left blank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blank cheques



























