Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blandish
01
κολακεύω, θωπεύω
to use constant and gentle flattery to make someone do something
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blandish
γ΄ ενικό πρόσωπο
blandishes
ενεστώτα μετοχή
blandishing
απλός αόριστος
blandished
παθητική μετοχή
blandished



























