Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsuccessful
01
ανεπιτυχής, αποτυχημένος
not achieving the intended or desired outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unsuccessful
συγκριτικός βαθμός
more unsuccessful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
outcome, performance, evaluation
Παραδείγματα
The unsuccessful job applicant did not receive an offer.
Ο ανεπιτυχής υποψήφιος για τη θέση εργασίας δεν έλαβε προσφορά.
02
αποτυχημένος, ανεπιτυχής
failing to accomplish an intended result
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unsuccessful
successful
success



























