Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blaeberry
01
βάκκινιο, μύρτιλλο
erect European blueberry having solitary flowers and blue-black berries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blaeberries



























