Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackthorn
01
δαμασκηνιά, αγκαθωτή ευρασιατική θάμνος
a thorny Eurasian bush with plumlike fruits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blackthorns
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blackthorn
black
thorn



























