blacktop
black
ˈblæk
blāk
top
tɒp
top

Ορισμός και σημασία του "blacktop"στα αγγλικά

01

άσφαλτος, πίσσα

a black, sticky mixture used for paving roads and pathways 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blacktops
Παραδείγματα
The crew spread blacktop over the gravel base. 

Το πλήρωμα έστρωσε ασφαλτόστρωση πάνω από τη βάση χαλικιών.

to blacktop
01

επικαλύπτω με άσφαλτο, ασφαλτώνω

coat with blacktop 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blacktop
γ΄ ενικό πρόσωπο
blacktops
ενεστώτα μετοχή
blacktopping
απλός αόριστος
blacktopped
παθητική μετοχή
blacktopped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store