Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blackguard
01
αλήτης, αχρείος
a dishonest, unscrupulous, or villainous person
Dialect
British
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blackguards
Παραδείγματα
The crooked salesman was a complete blackguard who cheated elderly customers.
Ο ανέντιμος πωλητής ήταν ένας πλήρης αχρείος που εξαπάτησε ηλικιωμένους πελάτες.
to blackguard
01
βρίζω, προσβάλλω
use foul or abusive language towards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blackguard
γ΄ ενικό πρόσωπο
blackguards
ενεστώτα μετοχή
blackguarding
απλός αόριστος
blackguarded
παθητική μετοχή
blackguarded
02
χλευάζω, γελοιοποιώ
subject to laughter or ridicule



























