Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unknowingly
01
ασυνείδητα, χωρίς να το ξέρει
in a way that occurs without someone being aware of it
Παραδείγματα
The software unknowingly exposed users to a security risk.
Το λογισμικό ακούσια έθεσε τους χρήστες σε κίνδυνο ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
unknowingly
knowingly
knowing
know



























