Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unkindness
01
αγένεια, μια ομάδα από κοράκια
a group of ravens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
unkindnesses
02
αγένεια, έλλειψη συμπάθειας
lack of sympathy
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unkindness
kindness
kind



























