Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unitarian
01
μοναδιστής, ουνιταριανός
a person who believes that God is a singular divine being rather than a Trinity of Father, Son, and Holy Spirit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
κύριο
πληθυντικός τύπος
Unitarians
Παραδείγματα
The Unitarian spoke passionately about the belief in the unity of God during the religious gathering.
Ο Μονοθεΐστης μίλησε με πάθος για την πίστη στην ενότητα του Θεού κατά τη θρησκευτική συνάθροιση.
unitarian
01
μοναδικός, ουνιταριανός
of or relating to or characterizing Unitarianism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, theology, doctrine
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unitarianism
unitarian



























