Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unitarian
01
μοναδιστής, ουνιταριανός
a person who believes that God is a singular divine being rather than a Trinity of Father, Son, and Holy Spirit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Unitarians
κύριο
Παραδείγματα
Unitarians organize charitable initiatives to address social issues and make a positive impact in society.
Οι Μοναδιαίοι οργανώνουν φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση κοινωνικών θεμάτων και την δημιουργία θετικής επίδρασης στην κοινωνία.
unitarian
01
μοναδικός, ουνιταριανός
of or relating to or characterizing Unitarianism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unitarianism
unitarian



























