Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninterested
01
αδιάφορος, αμέτοχος
lacking interest or enthusiasm toward something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninterested
συγκριτικός βαθμός
more uninterested
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She seemed completely uninterested in the meeting and kept checking her phone.
Φαινόταν εντελώς αδιάφορη για τη συνάντηση και συνέχιζε να ελέγχει το τηλέφωνό της.
02
αδιάφορος, αμέτοχος
having no care or interest in knowing
Λεξικό Δέντρο
uninterested
interested
interest



























