Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Black sheep
01
μαύρο πρόβατο, ντροπή της οικογένειας
someone who is regarded as shameful, embarrassing, or disgraceful within their family or group
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
black sheep
Παραδείγματα
He was considered the black sheep of the family.
Θεωρούνταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας.
02
μαύρο πρόβατο, σκοτεινό πρόβατο
sheep with a black coat



























