unicycle
u
ˈju:
yoo
ni
ni
cy
saɪ
sai
cle
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "unicycle"στα αγγλικά

01

μονοκύκλο, unicycle

a type of vehicle that has only one wheel and is used for transportation or entertainment 
unicycle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unicycles
to unicycle
01

οδηγώ μονόκυκλο, καταπίνω μονόκυκλο

ride a unicycle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
unicycle
γ΄ ενικό πρόσωπο
unicyles
ενεστώτα μετοχή
unicycling
απλός αόριστος
unicycled
παθητική μετοχή
unicycled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store