Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungainly
01
αδέξιος, αργός
moving in a way that is awkward and not smooth
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ungainliest
συγκριτικός βαθμός
ungainlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ungainly attempts at dancing drew laughter from the crowd.
Οι αδέξιες προσπάθειές του στο χορό τράβηξαν γέλια από το πλήθος.
02
αδέξιος, αγροίκος
hard to manage because of awkward form
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
Carrying the unwieldy and ungainly furniture up the narrow staircase proved to be a challenging task for the movers.
Η μεταφορά των δυσκίνητων και αδέξιων επίπλων από τη στενή σκάλα αποδείχθηκε μια δύσκολη αποστολή για τους μεταφορείς.
Λεξικό Δέντρο
ungainliness
ungainly
gainly



























