Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungainly
01
αδέξιος, αργός
moving in a way that is awkward and not smooth
Παραδείγματα
The puppy 's ungainly paws tripped over themselves as it ran to greet its owner.
Τα αδέξια πόδια του κουταβιού πέρασαν το ένα πάνω στο άλλο καθώς έτρεχε να χαιρετήσει τον ιδιοκτήτη του.
02
αδέξιος, αγροίκος
hard to manage because of awkward form
Παραδείγματα
The cyclist, unfamiliar with the new and ungainly bike, had trouble maintaining speed and control on the winding trail.
Ο ποδηλάτης, που δεν ήταν εξοικειωμένος με το νέο και αδέξιο ποδήλατο, είχε πρόβλημα να διατηρήσει την ταχύτητα και τον έλεγχο στο στριφτό μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
ungainliness
ungainly
gainly



























