ungainly
un
ʌn
an
gain
ˈgeɪn
gein
ly
li
li
insanelyurbanelyhumanelymundanely

Ορισμός και σημασία του "ungainly"στα αγγλικά

01

αδέξιος, αργός

moving in a way that is awkward and not smooth 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ungainliest
συγκριτικός βαθμός
ungainlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ungainly attempts at dancing drew laughter from the crowd. 

Οι αδέξιες προσπάθειές του στο χορό τράβηξαν γέλια από το πλήθος.

02

αδέξιος, αγροίκος

hard to manage because of awkward form 
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
Carrying the unwieldy and ungainly furniture up the narrow staircase proved to be a challenging task for the movers. 

Η μεταφορά των δυσκίνητων και αδέξιων επίπλων από τη στενή σκάλα αποδείχθηκε μια δύσκολη αποστολή για τους μεταφορείς.

Λεξικό Δέντρο

ungainliness
ungainly
gainly
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store