Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfaithfully
01
άπιστα
in a manner characterized by a lack of loyalty, betrayal, or violation of trust
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He unfaithfully broke his promise by sharing confidential information with competitors.
Απίστευτα έσπασε την υπόσχεσή του μοιράζοντας εμπιστευτικές πληροφορίες με ανταγωνιστές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unfaithfully
faithfully
faithful
faith



























