Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfaithfully
01
άπιστα
in a manner characterized by a lack of loyalty, betrayal, or violation of trust
Παραδείγματα
Despite being entrusted with financial matters, he unfaithfully embezzled funds from the company.
Παρόλο που του είχαν εμπιστευτεί οικονομικά θέματα, άπιστα υπεξέθεσε χρήματα από την εταιρεία.
Λεξικό Δέντρο
unfaithfully
faithfully
faithful
faith



























