unexpended
u
ˌʌ
α
nex
nɛks
νεκσ
pen
ˈpɛn
πεν
ded
did
ντιντ
/ˌʌnɛkspˈɛndɪd/

Ορισμός και σημασία του "unexpended"στα αγγλικά

unexpended
01

αδάπανος, αχρησιμοποίητος

not used up
unexpended definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexpended
συγκριτικός βαθμός
more unexpended
διαβαθμίσιμο
02

μη δαπανημένο, μη χρησιμοποιημένο

(of financial resources) not spent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store