Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undesirable
01
ανεπιθύμητος, δυσάρεστος
not wanted or considered unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undesirable
συγκριτικός βαθμός
more undesirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The undesirable side effects of the medication outweighed its potential benefits.
Οι ανεπιθύμητες παρενέργειες του φαρμάκου υπερτερούσαν των πιθανών οφελών του.
02
ανεπιθύμητος, ακατάλληλος
not suitable or acceptable, especially as a choice for a partner, position, or role
Παραδείγματα
He was considered an undesirable match for marriage.
Θεωρούνταν ανεπιθύμητος σύζυγος για γάμο.
Undesirable
01
ανεπιθύμητο πρόσωπο, ανεπιθύμητο στοιχείο
a person whose presence, behavior, or influence is unwanted or unwelcome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undesirables
Παραδείγματα
The protest expelled several undesirables from the crowd.
Η διαδήλωση απέλασε αρκετούς ανεπιθύμητους από το πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
undesirably
undesirable
desirable
desire



























