undesirable
un
ˌʌn
αν
de
ντι
si
ˈzaɪ
ζαι
ra
ρα
ble
bəl
μπαλ
/ˌʌndɪˈzaɪərəbəl/

Ορισμός και σημασία του "undesirable"στα αγγλικά

undesirable
01

ανεπιθύμητος, δυσάρεστος

not wanted or considered unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undesirable
συγκριτικός βαθμός
more undesirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Having an undesirable trait like laziness can hinder one's success in their career.
Η ύπαρξη ενός ανεπιθύμητου χαρακτηριστικού όπως η τεμπελιά μπορεί να εμποδίσει την επιτυχία στην καριέρα.
02

ανεπιθύμητος, ακατάλληλος

not suitable or acceptable, especially as a choice for a partner, position, or role
Παραδείγματα
The team avoided undesirable players in the draft.
Η ομάδα απέφυγε τους ανεπιθύμητους παίκτες στο ντραφτ.
01

ανεπιθύμητο πρόσωπο, ανεπιθύμητο στοιχείο

a person whose presence, behavior, or influence is unwanted or unwelcome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undesirables
Παραδείγματα
Neighborhood watch groups often report undesirables to the police.
Οι ομάδες παρακολούθησης γειτονιάς συχνά αναφέρουν ανεπιθύμητους στην αστυνομία.

Λεξικό Δέντρο

undesirably
undesirable
desirable
desire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store