underwriter
un
ˈʌn
an
der
wri
ˌraɪ
rai
ter
underwater

Ορισμός και σημασία του "underwriter"στα αγγλικά

01

ασφαλιστής, ασφαλιστική εταιρεία

a financial organization that issues or sells insurance policies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
underwriters
Παραδείγματα
The underwriter provided coverage for the new factory. 

Ο ασφαλιστής παρείχε κάλυψη για το νέο εργοστάσιο.

02

υπογράφων, εγγυητής

a banker who specializes in underwriting and issuing new securities 
Παραδείγματα
The underwriter managed the initial public offering of the company. 

Ο ανάδοχος διαχείρισε την αρχική δημόσια προσφορά της εταιρείας.

03

ασφαλιστικός πράκτορας, πράκτορας ασφαλίσεων

an individual agent who sells insurance policies on behalf of an insurance company 
Παραδείγματα
The underwriter visited clients to explain policy options. 

Ο ασφαλιστικός πράκτορας επισκέφθηκε πελάτες για να εξηγήσει τις επιλογές ασφαλιστικής πολιτικής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store