Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undertake
01
αναλαμβάνω, δεσμεύομαι
to accept or promise to do something particular
Transitive: to undertake to do sth
Παραδείγματα
The contractor undertook to complete the construction project within the specified timeframe.
Ο ανάδοχος αναλάμβανε να ολοκληρώσει το έργο κατασκευής εντός της καθορισμένης προθεσμίας.
02
αναλαμβάνω, επιχειρώ
to take responsibility for something and start to do it
Transitive: to undertake a responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undertake
γ΄ ενικό πρόσωπο
undertakes
ενεστώτα μετοχή
undertaking
απλός αόριστος
undertook
παθητική μετοχή
undertaken
Παραδείγματα
She undertakes the responsibility of managing the team's day-to-day operations.
Αυτή αναλαμβάνει την ευθύνη της διαχείρισης των καθημερινών λειτουργιών της ομάδας.
03
προσπερνώ από τα δεξιά, προσπερνώ από τα μέσα
to pass another vehicle on the inside while traveling
Dialect
British
Transitive: to undertake a vehicle
Παραδείγματα
The driver undertook the truck, risking a collision due to limited visibility.
Ο οδηγός προσπέρασε το φορτηγό από τα μέσα, διακινδυνεύοντας σύγκρουση λόγω περιορισμένης ορατότητας.
Λεξικό Δέντρο
undertake
take



























