Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Understudy
01
αναπληρωματικός ηθοποιός, understudy
an actor who practices the lines of another actor in order to replace them if necessary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
understudies
Παραδείγματα
He was surprised but ready when asked to take over as understudy for the lead role.
Ήταν έκπληκτος αλλά έτοιμος όταν του ζητήθηκε να αναλάβει ως αναπληρωτής για τον κύριο ρόλο.
to understudy
01
μαθαίνω τον ρόλο του αναπληρωματικού, είμαι ο αναπληρωματικός
to learn and rehearse a role in a play or other performance as a substitute for the regular performer in case of need
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
understudy
γ΄ ενικό πρόσωπο
understudies
ενεστώτα μετοχή
understudying
απλός αόριστος
understudied
παθητική μετοχή
understudied
Παραδείγματα
The young actor eagerly accepted the chance to understudy the famous lead performer.
Ο νέος ηθοποιός δέχτηκε με ενθουσιασμό την ευκαιρία να αναπληρώσει τον διάσημο κύριο ερμηνευτή.
Λεξικό Δέντρο
understudy
study



























