Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undersell
01
προσφέρω αγαθά ή υπηρεσίες σε χαμηλότερη τιμή από τους ανταγωνιστές, πουλώ κάτω από την αξία
to offer goods or services at a lower price than competitors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undersell
γ΄ ενικό πρόσωπο
undersells
ενεστώτα μετοχή
underselling
απλός αόριστος
undersold
παθητική μετοχή
undersold
Παραδείγματα
Some startups undersell their products initially to attract customers and then gradually increase prices as their brand gains recognition.
Ορισμένες νεοφυείς επιχειρήσεις πουλάνε κάτω από την τιμή τα προϊόντα τους αρχικά για να προσελκύσουν πελάτες και στη συνέχεια αυξάνουν σταδιακά τις τιμές καθώς η μάρκα τους κερδίζει αναγνώριση.
Λεξικό Δέντρο
undersell
sell



























