Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
underemployed
01
υποαπασχολούμενος, αχρησιμοποίητος
(of a person) not having much work to do in their job or being unable to use their full potential
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most underemployed
συγκριτικός βαθμός
more underemployed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite her qualifications, she felt underemployed in her current job, which didn't utilize her full skill set.
Παρά τα προσόντα της, αισθανόταν υποαπασχολούμενη στην τρέχουσα δουλειά της, η οποία δεν αξιοποιούσε πλήρως τις δεξιότητές της.
Λεξικό Δέντρο
underemployed
employed
employ



























