Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underdress
01
ντύνομαι πολύ ανεπίσημα, φοράω ρούχα που δεν είναι αρκετά επίσημα
to put on clothes that are not formal or elaborate enough for an occasion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underdress
γ΄ ενικό πρόσωπο
underdresses
ενεστώτα μετοχή
underdressing
απλός αόριστος
underdressed
παθητική μετοχή
underdressed
02
ντύνομαι πολύ ανεπίσημα, ντύνομαι με λιγότερη επισημότητα από το συνηθισμένο για μια συγκεκριμένη περίσταση
to dress less formally or less elaborately than is customary for a particular occasion
Λεξικό Δέντρο
underdress
dress



























