undercover
un
ˌʌn
an
der
co
ˈkʌ
ka
ver
discoverrecovercoverlover

Ορισμός και σημασία του "undercover"στα αγγλικά

undercover
01

μυστικός, κατασκοπευτικός

working or conducted secretly under the supervision of a law enforcement agency to gather information or catch criminals 
undercover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The undercover agent infiltrated the criminal organization to gather intelligence. 

Ο μυστικός πράκτορας διεισδύσει στην εγκληματική οργάνωση για να συλλέξει πληροφορίες.

01

ένας μυστικός πράκτορας, ένας αστυνομικός σε πολιτικά

a plainclothes police officer or agent working secretly to gather information 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
undercovers
Παραδείγματα
An undercover was watching the drug deal. 

Ένας μυστικός πράκτορας παρακολουθούσε τη διακίνηση ναρκωτικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store