to unclog
un
ʌn
an
clog
ˈklɒg
klog

Ορισμός και σημασία του "unclog"στα αγγλικά

to unclog
01

ξεβουλώνω, αποφράσσω

become or cause to become unobstructed 
to unclog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unclog
γ΄ ενικό πρόσωπο
unclogs
ενεστώτα μετοχή
unclogging
απλός αόριστος
unclogged
παθητική μετοχή
unclogged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store