unchecked
un
ʌn
an
checked
ˈʧɛkt
chekt
misdirectresurrectintrojectdisaffect

Ορισμός και σημασία του "unchecked"στα αγγλικά

01

ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος

not limited or controlled, often leading to negative consequences 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchecked
συγκριτικός βαθμός
more unchecked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
growth, behavior, consequences
Παραδείγματα
The unchecked growth of the weeds in the garden overwhelmed the plants. 

Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των ζιζανίων στον κήπο κυρίευσε τα φυτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unchecked
checked
check
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store