unchecked
Pronunciation
/ənˈtʃɛkt/

Ορισμός και σημασία του "unchecked"στα αγγλικά

01

ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος

not limited or controlled, often leading to negative consequences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unchecked
συγκριτικός βαθμός
more unchecked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unchecked pollution in the river harmed aquatic life.
Η ανεξέλεγκτη ρύπανση στο ποτάμι έβλαψε τη θαλάσσια ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store