unchallengeable
Pronunciation
/ʌntʃˈælɪndʒəbəl/

Ορισμός και σημασία του "unchallengeable"στα αγγλικά

unchallengeable
01

αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος

(of a belief, idea, etc.) impossible to oppose or argue with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unchallengeable
challengeable
challenge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store