Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uncertainties
Παραδείγματα
The financial market is full of uncertainties.
Η χρηματοπιστωτική αγορά είναι γεμάτη αβεβαιότητες.
02
αβεβαιότητα, αμφιβολία
the state of being unsure or in doubt about something
Παραδείγματα
She felt a deep sense of uncertainty about her career path.
Αισθάνθηκε μια βαθιά αίσθηση αβεβαιότητας για την καριέρα της.
Λεξικό Δέντρο
uncertainty
certainty
certain



























