uncertainty
Pronunciation
/ənˈsɝtənti/

Ορισμός και σημασία του "uncertainty"στα αγγλικά

01

αβεβαιότητα, αμφιβολία

a condition or situation that is unsettled, dependent on chance, or unpredictable, often causing doubt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
uncertainties
Παραδείγματα
The hikers faced uncertainties in navigating the unmarked trail.
Οι πεζοπόροι αντιμετώπισαν αβεβαιότητες κατά την πλοήγηση στο μη σηματοδοτημένο μονοπάτι.
02

αβεβαιότητα, αμφιβολία

the state of being unsure or in doubt about something
Παραδείγματα
The students experienced uncertainty before the exam results.
Οι μαθητές βίωσαν αβεβαιότητα πριν από τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store