Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unapproachable
01
προσβάσιμος, αποστασιοποιημένος
distant due to one's unfriendly manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unapproachable
συγκριτικός βαθμός
more unapproachable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor had an unapproachable demeanor, rarely engaging with students outside of class.
Ο καθηγητής είχε μια προσβάσιμη συμπεριφορά, σπάνια ασχολούμενος με τους μαθητές έξω από την τάξη.
02
προσβάσιμος, απρόσιτος
inaccessibly located or situated
Λεξικό Δέντρο
unapproachable
approachable
approach



























