umber
um
ˈʌm
am
ber
ombreamberember

Ορισμός και σημασία του "umber"στα αγγλικά

01

χρώμα ούμπρα, ούμπρα

a medium brown to dark-brown color 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
umbers
02

χρωστική ουσία γης, φυσικό σκιά

an earth pigment 
01

ουμπρα, σκούρο καφέ

of a dark, earthy brown color, often with undertones of yellow or red, resembling the natural pigment obtained from certain clay deposits 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
umberest
συγκριτικός βαθμός
umberer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kitchen walls were painted in a comforting umber color. 

Οι τοίχοι της κουζίνας ήταν βαμμένοι σε ένα χαλαρωτικό χρώμα umber.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store