Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ulcerative colitis
01
ελκώδης κολίτιδα, ελκώδης φλεγμονή του παχέος εντέρου
a chronic inflammation of the colon and rectum, causing abdominal pain, diarrhea, and rectal bleeding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Regular medical check-ups help monitor the progress of ulcerative colitis.
Οι τακτικές ιατρικές εξετάσεις βοηθούν στην παρακολούθηση της εξέλιξης της ελκώδους κολίτιδας.
LanGeek



























