ulcer
ul
ˈʌl
al
cer
sa
sa

Ορισμός και σημασία του "ulcer"στα αγγλικά

01

έλκος, πληγή

a lesion or sore on the skin that might bleed or even produce a poisonous substance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ulcers
Παραδείγματα
The doctor diagnosed her with a peptic ulcer, which was causing severe abdominal pain and discomfort. 

Ο γιατρός της διέγνωσε ένα πεπτικό έλκος, που προκαλούσε σοβαρό πόνο στην κοιλιά και δυσφορία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ulcerate
ulcerative
ulcerous
ulcer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store