Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ugly duckling
01
άσχημο παπάκι, από ασήμαντος σε επιτυχημένος
an unattractive or unsuccessful person or thing that later turns attractive or successful
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ugly ducklings
Παραδείγματα
As a child, she felt like an ugly duckling, but she grew into a confident star.
Ως παιδί ένιωθε σαν άσχημο παπάκι, αλλά μεγάλωσε και έγινε μια γεμάτη αυτοπεποίθηση σταρ.



























