typographical
Pronunciation
/ˌtaɪpəˈɡɹæfɪkəɫ/

Ορισμός και σημασία του "typographical"στα αγγλικά

typographical
01

τυπογραφικός, σχετικός με την τέχνη του να κάνεις τη γραπτή γλώσσα ελκυστική και εύκολη στην ανάγνωση

related to the art of making the written language attractive and easy to read
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

typographically
typographical
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store