Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Typist
01
δακτυλογράφος, τυπογράφος
a person who types written or dictated material, often using a typewriter or computer keyboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
typists
αρσενικό ενικό
typist
θηλυκό ενικό
typist
neutral form
typist
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
typist
type



























