typist
Pronunciation
/ˈtaɪpɪst/

Ορισμός και σημασία του "typist"στα αγγλικά

01

δακτυλογράφος, τυπογράφος

a person who types written or dictated material, often using a typewriter or computer keyboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
typists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store