Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twosome
01
ζευγάρι, ντούο
two items of the same kind
02
ζευγάρι, ντούο
a pair who associate with one another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
twosomes
LanGeek



























