twosome
Pronunciation
/ˈtusəm/

Ορισμός και σημασία του "twosome"στα αγγλικά

01

ζευγάρι, ντούο

two items of the same kind
twosome definition and meaning
02

ζευγάρι, ντούο

a pair who associate with one another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twosomes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store