two-thirds
two
tu:θɜ:dz
toothēdz
thirds
words

Ορισμός και σημασία του "two-thirds"στα αγγλικά

01

δύο τρίτα, τα δύο τρίτα

two parts of something that has been divided into three equal parts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Two-thirds of the participants agreed with the new policy changes during the meeting. 

Τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων συμφώνησαν με τις νέες αλλαγές πολιτικής κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store