two-seater
two
tu:si:tə
toositē
seater

Ορισμός και σημασία του "two-seater"στα αγγλικά

01

διθέσιο, όχημα δύο θέσεων

a type of vehicle designed to accommodate only two occupants, typically with a compact and sporty design 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
two-seaters
Παραδείγματα
He chose a two-seater for its intimate feel and responsive handling. 

Επέλεξε ένα διθέσιο για την οικεία ατμόσφαιρα και την ευαίσθητη χειρισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store