Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twitter
01
Twitter, το κοινωνικό δίκτυο Twitter
(trademark) a social media platform and microblogging service available online that enables users to share short messages and interact with others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
Παραδείγματα
The hashtag # ClimateChange trended worldwide on Twitter yesterday.
Το hashtag #ClimateChange ήταν τάση σε όλο τον κόσμο στο Twitter χθες.
02
τερέτισμα, κέλαδος
successive utterances of a bird
to twitter
01
τερέτισμα, κέλαδημα
to utter successive high sounds characteristic of a bird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twitter
γ΄ ενικό πρόσωπο
twitters
ενεστώτα μετοχή
twittering
απλός αόριστος
twittered
παθητική μετοχή
twittered



























