twin
twin
twɪn
tvin
twain

Ορισμός και σημασία του "twin"στα αγγλικά

01

δίδυμος, δίδυμα

either of two children born at the same time to the same mother 
twin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twins
Παραδείγματα
Even though they are twins, they have very different personalities. 

Παρόλο που είναι δίδυμοι, έχουν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες.

02

αντίγραφο, αντίτυπο

a duplicate copy 
03

δίδυμος, δίδυμοι

(astrology) a person who is born while the sun is in Gemini 
04

δίδυμος, συγγενής ψυχή

a close friend with whom one shares many interests, experiences, or personality traits 
αργκό
Παραδείγματα
Hey twin, when you comin' over? 

Γεια σου δίδυμε, πότε έρχεσαι;

01

δίδυμος, δίδυμοι

being two identical 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

δίδυμος, ζυγός

referring to two things that are nearly identical and naturally occur together as a pair 
Παραδείγματα
The twin towers of the bridge rose majestically over the river, mirroring each other perfectly. 

Οι δίδυμοι πύργοι της γέφυρας υψώνονταν μεγαλοπρεπώς πάνω από το ποτάμι, αντικατοπτρίζοντας ο ένας τον άλλον τέλεια.

to twin
01

γεννώ δίδυμα, κάνω δίδυμα

give birth to twins 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twin
γ΄ ενικό πρόσωπο
twins
ενεστώτα μετοχή
twinning
απλός αόριστος
twinned
παθητική μετοχή
twinned
02

μεγαλώνω ως δίδυμος, αναπτύσσομαι ως δίδυμος

grow as twins 
03

ζευγαρώνω, συνδυάζω

bring two objects, ideas, or people together 
04

αντιγράφω, ταιριάζω

duplicate or match 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store