Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twins
Παραδείγματα
The twins decided to dress up in matching outfits for the party.
Τα δίδυμα αποφάσισαν να ντυθούν με ταιριαστά ρούχα για το πάρτι.
02
αντίγραφο, αντίτυπο
a duplicate copy
03
δίδυμος, δίδυμοι
(astrology) a person who is born while the sun is in Gemini
04
δίδυμος, συγγενής ψυχή
a close friend with whom one shares many interests, experiences, or personality traits
Slang
Παραδείγματα
Hanging out with my twin makes everything more fun.
Το να βγαίνω με τον δίδυμο μου κάνει τα πάντα πιο διασκεδαστικά.
twin
01
δίδυμος, δίδυμοι
being two identical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
δίδυμος, ζυγός
referring to two things that are nearly identical and naturally occur together as a pair
Παραδείγματα
She had twin bracelets on her wrist, matching perfectly.
Είχε δίδυμα βραχιόλια στον καρπό της, που ταίριαζαν τέλεια.
to twin
01
γεννώ δίδυμα, κάνω δίδυμα
give birth to twins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twin
γ΄ ενικό πρόσωπο
twins
ενεστώτα μετοχή
twinning
απλός αόριστος
twinned
παθητική μετοχή
twinned
02
μεγαλώνω ως δίδυμος, αναπτύσσομαι ως δίδυμος
grow as twins
03
ζευγαρώνω, συνδυάζω
bring two objects, ideas, or people together
04
αντιγράφω, ταιριάζω
duplicate or match



























