Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to twiddle
01
παίζω, παίζω νευρικά
to move or play with something in a nervous or absentminded manner
Transitive: to twiddle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twiddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
twiddles
ενεστώτα μετοχή
twiddling
απλός αόριστος
twiddled
παθητική μετοχή
twiddled
Παραδείγματα
She was twiddling the buttons on her shirt during the tense conversation.
Αυτή παίζει με τα κουμπιά της μπλούζας της κατά τη διάρκεια της τεταμένης συζήτησης.
02
στριφογυρίζω, ανεμίζω
to make light and delicate turning or jouncing movements
Intransitive
Παραδείγματα
The tendrils of the vine twiddled around the trellis, seeking support.
Οι βλαστοί του αμπελιού περιστρέφονταν γύρω από το πλέγμα, αναζητώντας στήριξη.
Twiddle
01
μια σειρά από μικρές (συνήθως αδρανείς) στροφές ή στρίψεις
a series of small (usually idle) twists or turns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twiddles
Λεξικό Δέντρο
twiddler
twiddle



























