tutorial
Pronunciation
/tuˈtɔɹiəɫ/

Ορισμός και σημασία του "tutorial"στα αγγλικά

01

εκπαιδευτικό πρόγραμμα, μάθημα

a course of instruction that is presented to an individual or a small number of students, typically focused on a specific subject or topic
tutorial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tutorials
Παραδείγματα
The online tutorial included interactive exercises and quizzes to reinforce learning objectives.
Το διαδικτυακό φροντιστήριο περιλάμβανε διαδραστικές ασκήσεις και κουίζ για την ενίσχυση των μαθησιακών στόχων.
01

εκπαιδευτικός, διδακτικός

relating to or intended for teaching or providing guidance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tutorial course covers basic to advanced techniques in photography.
Το εκπαιδευτικό μάθημα καλύπτει βασικές έως προηγμένες τεχνικές στη φωτογραφία.

Λεξικό Δέντρο

tutorial
tutor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store