Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tut-tut
01
τσ-τσ, τσου-τσου
used to express mild reprimand, disapproval, or disappointment in response to someone's actions, behavior, or words
Παραδείγματα
Tut-tut, keep your voice down, please.
Τατ-τατ, κρατήστε τη φωνή σας χαμηλά, παρακαλώ.
to tut-tut
01
λέω 'τσκ', κάνω 'tut-tut'
utter `tsk,' `tut,' or `tut-tut,' as in disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tut-tut
γ΄ ενικό πρόσωπο
tut-tuts
ενεστώτα μετοχή
tut-tutting
απλός αόριστος
tut-tutted
παθητική μετοχή
tut-tutted



























