Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tusk
01
δοντάρι, κυνόδοντας
each of the curved pointy teeth of some animals such as elephants, boars, etc., especially one that stands out from the closed mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tusks
Παραδείγματα
The elephant displayed its majestic tusks, gleaming in the sunlight as it roamed the savanna.
Ο ελέφαντας επέδειξε τα μεγαλοπρεπή του κυνόδοντες, που λάμπουν στον ήλιο καθώς περιπλανιόταν στην σαβάνα.
02
δοντάκι, ελεφαντόδοντο
the hard, smooth, ivory-colored dentine that forms the main substance of elephant and walrus tusks
Παραδείγματα
Ivory is harvested from elephant tusks.
Το ελεφαντόδοντο συλλέγεται από τους χαυλιόδοντες του ελέφαντα.
to tusk
01
αφαιρώ τα χαυλιόδοντα, βγάζω τα δόντια
to remove the tusks from an animal, typically for management, trade, or poaching
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tusk
γ΄ ενικό πρόσωπο
tusks
ενεστώτα μετοχή
tusking
απλός αόριστος
tusked
παθητική μετοχή
tusked
Παραδείγματα
Wildlife authorities tusked the elephants to prevent poaching.
Οι αρχές της άγριας ζωής αφαίρεσαν τους χαυλιόδοντες των ελεφάντων για να αποτρέψουν τη λαθροθηρία.
02
κερατώνω, τρυπώ με χαυλιόδοντα
to stab, gore, or pierce with a tusk or horn
Παραδείγματα
The bull tusked its rival during the fight.
Ο ταύρος έσπρωξε τον αντίπαλό του κατά τη διάρκεια της μάχης.



























