Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turtle
01
χελώνα, θαλάσσια χελώνα
an animal that has a hard shell around its body and lives mainly in water
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turtles
Παραδείγματα
The turtle disappeared into its shell when it felt threatened.
Η χελώνα εξαφανίστηκε στο κέλυφος της όταν αισθάνθηκε απειλή.
02
πουλόβερ με ψηλό γιακά, τζέρσεϊ με ψηλό γιακά
a sweater or jersey with a high close-fitting collar
to turtle
01
κυνηγώ χελώνες, αλιεύω χελώνες
hunt for turtles, especially as an occupation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
turtle
γ΄ ενικό πρόσωπο
turtles
ενεστώτα μετοχή
turtling
απλός αόριστος
turtled
παθητική μετοχή
turtled
02
αναποδογυρίζω, ανατρέπομαι
overturn accidentally



























