turtle
tu
ˈtɜ:
rtle
ətl
ētl
myrtlehurtlekirtlefertile

Ορισμός και σημασία του "turtle"στα αγγλικά

01

χελώνα, θαλάσσια χελώνα

an animal that has a hard shell around its body and lives mainly in water 
Dialectamerican flagAmerican
turtle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turtles
Παραδείγματα
The turtle basked lazily on a sun-warmed rock, its shell gleaming in the sunlight. 

Η χελώνα λιάζονταν τεμπέλικα σε έναν βράσο που είχε ζεσταθεί από τον ήλιο, το κέλυφός της γυάλιζε στον ήλιο.

02

πουλόβερ με ψηλό γιακά, τζέρσεϊ με ψηλό γιακά

a sweater or jersey with a high close-fitting collar 
turtle definition and meaning
to turtle
01

κυνηγώ χελώνες, αλιεύω χελώνες

hunt for turtles, especially as an occupation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
turtle
γ΄ ενικό πρόσωπο
turtles
ενεστώτα μετοχή
turtling
απλός αόριστος
turtled
παθητική μετοχή
turtled
02

αναποδογυρίζω, ανατρέπομαι

overturn accidentally 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store