Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turpitude
01
εξαχρείωση, αχρειότητα
a disposition or behavior that is extremely immoral or wicked
Παραδείγματα
The leader ’s turpitude led to his downfall and loss of public trust.
Η αχρειότητα του ηγέτη οδήγησε στην πτώση του και στην απώλεια της δημόσιας εμπιστοσύνης.



























