turpitude
Pronunciation
/ˈtɝpɪˌtud/

Ορισμός και σημασία του "turpitude"στα αγγλικά

01

εξαχρείωση, αχρειότητα

a disposition or behavior that is extremely immoral or wicked
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The leader ’s turpitude led to his downfall and loss of public trust.
Η αχρειότητα του ηγέτη οδήγησε στην πτώση του και στην απώλεια της δημόσιας εμπιστοσύνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store